αναπτύσσω


αναπτύσσω
αναπτύσσω, ανέπτυξα και ανάπτυξα βλ. πίν. 27

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀναπτύσσω — unfold pres subj act 1st sg ἀναπτύσσω unfold pres ind act 1st sg ἀναπτύσσω unfold pres subj act 1st sg ἀναπτύσσω unfold pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναπτύσσω — (Α ἀναπτύσσω) αναφέρομαι λεπτομερώς σε κάτι, διασαφηνίζω, διευκρινίζω νεοελλ. 1. εκτυλίσσω, απλώνω, ξεδιπλώνω 2. αυξάνω, μεγεθύνω, δίνω έκταση σε κάτι 3. προάγω στα γράμματα, στις τέχνες και γενικά στον πολιτισμό, δίνω την πρέπουσα μόρφωση 4.… …   Dictionary of Greek

  • αναπτύσσω — [анаптиссо] р. развивать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αναπτύσσω — ανάπτυξα, αναπτύχθηκα, αναπτυγμένος. 1. ξεδιπλώνω, απλώνω: Το κτίσμα πρέπει να αναπτυχθεί σ όλες τις πλευρές. 2. μεγαλώνω, επεκτείνω: Ανάπτυξε αρκετά την επιχείρηση του πατέρα του. 3. μορφώνω, προάγω πνευματικά: Η πόλη αναπτύχθηκε όχι μόνο… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναπτύξουσι — ἀναπτύσσω unfold aor subj act 3rd pl (epic) ἀναπτύσσω unfold fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀναπτύσσω unfold fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀ̱ναπτύξουσι , ἀναπτύσσω unfold futperf ind act masc/neut dat… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπτύξουσιν — ἀναπτύσσω unfold aor subj act 3rd pl (epic) ἀναπτύσσω unfold fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἀναπτύσσω unfold fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἀ̱ναπτύξουσιν , ἀναπτύσσω unfold futperf ind act masc/neut dat …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπτυγέντα — ἀναπτύσσω unfold aor part pass neut nom/voc/acc pl ἀναπτύσσω unfold aor part pass masc acc sg ἀναπτύσσω unfold aor part pass neut nom/voc/acc pl ἀναπτύσσω unfold aor part pass masc acc sg ἀναπτύσσω unfold aor part pass neut nom/voc/acc pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπτύσσῃ — ἀναπτύσσω unfold pres subj mp 2nd sg ἀναπτύσσω unfold pres ind mp 2nd sg ἀναπτύσσω unfold pres subj act 3rd sg ἀναπτύσσω unfold pres subj mp 2nd sg ἀναπτύσσω unfold pres ind mp 2nd sg ἀναπτύσσω unfold pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπτυξόμεθα — ἀναπτύσσω unfold aor subj mid 1st pl (epic) ἀναπτύσσω unfold fut ind mid 1st pl ἀ̱ναπτυξόμεθα , ἀναπτύσσω unfold futperf ind mp 1st pl (doric aeolic) ἀναπτύσσω unfold aor subj mid 1st pl (epic) ἀναπτύσσω unfold fut ind mid 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναπτύξατε — ἀναπτύσσω unfold aor imperat act 2nd pl ἀ̱ναπτύξατε , ἀναπτύσσω unfold aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἀναπτύσσω unfold aor imperat act 2nd pl ἀναπτύσσω unfold aor ind act 2nd pl (homeric ionic) ἀναπτύσσω unfold aor ind act 2nd pl (homeric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)